Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που δεν γράφονται απλώς για να διαβαστούν. Γράφονται για να θυμίζουν. Για να μην αφήνουν τη μνήμη να σβήσει μαζί με τους ανθρώπους που κουβάλησαν τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τον πόνο του Πόντου μέσα στις ψυχές τους.

Με αφορμή τη Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, 19 Μαΐου, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ομίλων και Συλλόγων για την UNESCO (WFUCA Europe & North America)
ο Πρόεδρος του Όμιλος για την UNESCO Πειραιώς και Νήσων Ιωάννης Μαρωνίτης μοιράστηκε μία βαθιά συγκινητική αφήγηση, την δασκάλα της Παράγκας», αποτυπώνοντας μέσα από λίγες γραμμές ολόκληρη την ψυχή του ποντιακού ελληνισμού.

Η ιστορία της Κυρά-Ελένης δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική αφήγηση. Είναι η εικόνα χιλιάδων ξεριζωμένων Ποντίων που έφτασαν στην Ελλάδα κουβαλώντας στις αποσκευές τους όχι πλούτη, αλλά μνήμη, γλώσσα, πίστη και αξιοπρέπεια.

Μια μορφωμένη γυναίκα από την Τραπεζούντα, απόφοιτη του Αρσακείου, που στην Ελλάδα βρέθηκε να δουλεύει ατελείωτες ώρες για να επιβιώσει. Κι όμως, κάθε βράδυ μέσα σε μια παράγκα της Δραπετσώνας, ξαναγινόταν δασκάλα. Με έναν αυτοσχέδιο μαυροπίνακα, λίγο κάρβουνο και παιδιά ξυπόλητα, που διψούσαν να μάθουν γράμματα αλλά και να μην ξεχάσουν ποιοι είναι.

«Γιατί αν ξεχάσετε, πεθαίνετε δεύτερη φορά», έλεγε στα παιδιά της.

Μέσα από αυτή τη φράση ίσως χωρά όλο το νόημα της επετείου αυτής της ημέρας. Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν είναι μόνο αριθμοί, ημερομηνίες και ιστορικές αναφορές. Είναι άνθρωποι. Είναι οικογένειες. Είναι δάσκαλοι, μανάδες, παιδιά και παππούδες που προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανή την ταυτότητά τους μέσα στις στάχτες του ξεριζωμού.

Και ίσως τελικά η μεγαλύτερη νίκη εκείνων των ανθρώπων να ήταν πως, παρά τον διωγμό, δεν άφησαν ποτέ να σβήσει το φως της γνώσης, της μνήμης και της ελληνικής ψυχής.

Γιατί οι γυναίκες του Πόντου μπορεί να δούλευαν σαν σκλάβες το πρωί, όμως το βράδυ άναβαν ξανά το φως της ζωής. Και αυτό το φως παραμένει αναμμένο μέχρι σήμερα.

«Η Δασκάλα της Παράγκας» αποτελεί μια συγκλονιστική ιστορία μιας Πόντιας προσφυγοπούλας που κράτησε ζωντανή την πατρίδα μέσα από τα γράμματα, και δεν θα μπορούσε να μην μας την θυμίσει μια εξέχουσα προσωπικότητα στο ευρύ φάσμα του πολιτισμού και της καθημερινής αλληλέγγυας κοινωνικής προσφοράς όπως είναι ο κ. Μαρωνίτης, ο οποίος κατέχει θεσμικό ρόλο σε διεθνές επίπεδο.

Ο κ. Μαρωνίτης, γράφει :

Ημέρα Γενοκτονίας των Ποντίων
Ένας φίλος Ο Γιώργος ο Φαραγγιτάκης μου έστειλε μια συγκινητική ιστορία ας την διαβάσουμε ,
«Η Δασκάλα της Παράγκας»

 Την έλεγαν Κυρά-Ελένη. Στον Πόντο ήταν δασκάλα στο Παρθεναγωγείο της Τραπεζούντας. Είχε τελειώσει το Αρσάκειο. Μιλούσε ελληνικά, γαλλικά, και ποντιακά.
Στην Ελλάδα έγινε εργάτρια στο καπνομάγαζο. 14 ώρες τη μέρα να διαλέγει φύλλα καπνού. Τα δάχτυλα κίτρινα, τα μάτια θολά από τη σκόνη.
Αλλά το βράδυ… το βράδυ γινόταν πάλι δασκάλα.
Η παράγκα της ήταν 3×3. Χώμα για πάτωμα. Τενεκές για σκεπή. Στον τοίχο είχε καρφώσει ένα μαυροπίνακα – ένα κομμάτι ξύλο βαμμένο με κάρβουνο. Κάθε απόγευμα, στις 6, χτυπούσε μια κατσαρόλα. Το «κουδούνι» και έρχονταν. 40 παιδιά, ξυπόλητα, με κουρελιασμένα ρούχα, παιδιά που το πρωί πουλούσαν κουλούρια στο λιμάνι, που μάζευαν κάρβουνα από τις γραμμές του τρένου.
Δεν είχαν τετράδια. Έγραφαν πάνω σε παλιά χαρτιά από το καπνομάγαζο. Δεν είχαν μολύβια. Έγραφαν με κάρβουνο.
Δεν είχαν βιβλία. Είχε ένα. Το Αναγνωστικό της Α’ Δημοτικού. Το είχε σώσει από τον Πόντο. Το φύλαγε στο στήθος της, μαζί με την εικόνα.
«Τι μάθημα έχουμε σήμερα, κυρία;» ρώτησε ο μικρός ο Λάζαρος. 9 χρονών. Ο πατέρας του πέθανε από τύφο το ’23.
«Σήμερα θα μάθουμε τη λέξη “Πατρίδα”, Λάζαρε», είπε η Ελένη.
Έγραψε στον μαυροπίνακα με το κάρβουνο: Π – Α – Τ – Ρ – Ι – Δ – Α

«Ξέρετε τι είναι η πατρίδα;» ρώτησε.
Σιωπή. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν.
«Η Ελλάδα;» είπε δειλά ένα κοριτσάκι.
Η Ελένη χαμογέλασε. Τα μάτια της βούρκωσαν.
«Όχι, Μαρίκα μου. Η πατρίδα είναι εκεί που σε θάβουν. Ο παππούς σου είναι θαμμένος στον Πόντο. Άρα ο Πόντος είναι πατρίδα. Η μάνα σου είναι θαμμένη εδώ, στη Δραπετσώνα. Άρα και η Ελλάδα είναι πατρίδα. Εμείς, παιδιά μου, έχουμε δύο πατρίδες και πρέπει να τις τιμήσουμε και τις δύο.»
Έμαθαν να γράφουν. Έμαθαν να διαβάζουν. Έμαθαν την ιστορία του ’21. Αλλά κάθε Παρασκευή, η Ελένη τους έλεγε και μια ιστορία από τον Πόντο. Για τη Σουμελά. Για τον Διγενή. Για την Κερασούντα.
«Για να μην ξεχάσετε», έλεγε. «Γιατί αν ξεχάσετε, πεθαίνετε δεύτερη φορά.»
Το 1932 ήρθε ο Επιθεωρητής από το Υπουργείο.
«Ποια είστε εσείς που κάνετε μάθημα χωρίς άδεια;» φώναξε. «Αυτό είναι παράνομο!»
Η Ελένη σηκώθηκε. 35 χρονών, αλλά φαινόταν 50. Από την κούραση.
«Κύριε Επιθεωρητά», είπε ήρεμα. «Εγώ τελείωσα το Αρσάκειο Τραπεζούντας. Έχω δίπλωμα. Αν θέλετε, σας το δείχνω.»
Του έδωσε ένα χαρτί κιτρινισμένο, διπλωμένο στα τέσσερα.
Ο Επιθεωρητής το διάβασε. Κοίταξε τα 40 παιδιά, ξυπόλητα, πεινασμένα αλλά να γράφουν «Ελευθερία» στον μαυροπίνακα.
Έσκυψε το κεφάλι.
«Συνεχίστε, κυρία», είπε μόνο και έφυγε.
Την άλλη εβδομάδα ήρθαν 5 τετράδια από το Υπουργείο. Και 5 μολύβια.
Το 1950, η παράγκα έγινε διώροφο σχολείο. Το 1ο Δημοτικό Δραπετσώνας.
Στα εγκαίνια, ο Δήμαρχος φώναξε: «Κυρά-Ελένη, ελάτε να κόψετε την κορδέλα!»
Ήταν 60 χρονών. Με άσπρα μαλλιά. Τα χέρια της ακόμα κίτρινα από τον καπνό.
Έκοψε την κορδέλα και έκλαψε.
Από τα 40 παιδιά της παράγκας, τα 22 τελείωσαν το Γυμνάσιο. Τα 8 έγιναν δάσκαλοι. Ο Λάζαρος έγινε γιατρός. Η Μαρίκα έγινε νοσοκόμα.
Στο γραφείο της, μέχρι που πέθανε το 1978, είχε τον μαυροπίνακα. Το ξύλο με το κάρβουνο και από κάτω έγραφε: «Πατρίδα είναι εκεί που σε θάβουν και εκεί που σε μαθαίνουν γράμματα.»
Αυτές ήταν οι γυναίκες του Πόντου.
Δούλευαν σαν σκλάβες το πρωί. Και το βράδυ άναβαν το φως της γνώσης.
Γιατί ήξεραν: «Ο αμόρφωτος σκύβει. Ο γραμματιζούμενος δεν σκύβει ποτέ.»

IMG_0572

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *