Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Η μαθητική ομάδα LampART παρουσιάζει την ταινία μικρού μήκους με τίτλο «Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ», μια ατμοσφαιρική εφηβική περιπέτεια η οποία εξελίσσεται σαν «κυνήγι θησαυρού» και διατρέχει την περιοχή από τη Νέα Αρτάκη έως τη Νέα Λάμψακο, στην Εύβοια, χρησιμοποιώντας ως αφετηρία την προσφυγική καταγωγή των δύο τόπων και ως όχημα το νερό για να αναδείξει τοπόσημα, καθώς και ιστορικά, μυθολογικά, γεωγραφικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά.
Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας συλλογικής προσπάθειας των μαθητριών και μαθητών της Γ’ Γυμνασίου δύο συνεργαζόμενων σχολείων, των Γυμνασίων της Νέας Αρτάκης και της Νέας Λαμψάκου. Σκοπός είναι η βαθύτερη γνωριμία των παιδιών με την ευρύτερη περιοχή όπου διαβιούν. Μαθήτριες και μαθητές συνεργάζονται και εξερευνούν άγνωστες πτυχές που συνδέονται με τον τόπο τους, εξοικειώνονται με τα κινηματογραφικά μέσα και παράγουν ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα με μήνυμα, σκοπό και αποδέκτη.
Εν τέλει, ενεργοποιούνται και αναγνωρίζουν την αξία της προσφοράς προς την κοινωνία, καθίστανται μεταδότες γνώσης και πρεσβευτές ευαισθητοποίησης για μικρούς και μεγάλους, προκειμένου να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του κοινού και των αρμόδιων Αρχών σε σχέση με σημαντικά ιστορικά και γεωγραφικά σημεία, καθώς και κρίσιμες περιβαλλοντικές ζώνες.
Η εν λόγω δράση αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης διδακτικής προσέγγισης του μαθήματος της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής στη Γ’ Γυμνασίου που καλύπτει την καλλιέργεια της ενεργού πολιτειότητας με χρήση του κινηματογράφου στο πλαίσιο της εφαρμογής του οπτικοακουστικού γραμματισμού.
Τον Ιούνιο 2026, το Φεστιβάλ Χανίων στο «Ιστορίες για να ακουστούν» ανακοίνωσε ότι απονέμει στην ταινία το πρώτο βραβείο, ενώ η προβολή και η βράβευση της θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στα Χανιά, στο πλαίσιο του μεγάλου κινηματογραφικού Φεστιβάλ Χανίων. Στις 25 Ιουνίου 2026, η μαθητική ομάδα LampART ταξίδεψε στη Χίο και έλαβε μέρος στο διανησιωτικό Φεστιβάλ «Cineμάθεια», όπου μεταξύ δεκάδων συμμετοχών απέσπασε το Πρώτο Βραβείο ταινίας μυθοπλασίας, καθώς και τα βραβεία Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Φωτογραφίας, Μοντάζ και Τραγουδιού, ενώ έλαβε και Α΄ Έπαινο για την Αφίσα της ταινίας.
Θεωρούμενη ως χαμένη, αυτή η ισχυρή ταινία ευαισθητοποίησε το αμερικανικό κοινό για τη δεινή θέση των προσφύγων μετά την εισβολή και την παράνομη κατοχή της Κύπρου, που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1974 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ανακαλύφθηκε τον Ιούλιο του 2024 χάρη στις προσπάθειες της Καθηγήτριας Φεβρωνίας Σουμάκη και του Επισκόπου Αμάστριδος Σπυρίδωνος (κατά κόσμον π. Spencer Kezios) και είναι πλέον διαθέσιμη ολόκληρη.
Σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Τόνυ Φραγκάκη, το «Ένα αγόρι που το έλεγαν Παναγιώτη» (A Boy Named Panayótis) καταγράφει την αληθινή ιστορία ενός νεαρού αγοριού που ήταν ένα από τα 250.000 θύματα της εισβολής και της παράνομης κατοχής της Κύπρου, η οποία άρχισε στις 20 Ιουλίου 1974 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Με φόντο την Κύπρο της μεταπολεμικής περιόδου, αυτό το καθηλωτικό δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ αποτυπώνει με ωμό τρόπο τη ζωή όσων εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους στον κατεχόμενο Βορρά.
Για τη δημιουργία του δεν χρησιμοποιήθηκαν ηθοποιοί ή σκηνικά. Κάθε σκηνή περιλαμβάνει πραγματικούς καταυλισμούς και Κύπριους πρόσφυγες, καταγράφοντας τη στοιχειωτική πραγματικότητα ανθρώπων που ξεριζώθηκαν βίαια από τις τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις και στους οποίους απαγορεύτηκε να επιστρέψουν στις εστίες τους.
Με ανάθεση από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής, η ταινία αυτή προέκυψε εν μέσω μιας κομβικής κινητοποίησης της ελληνοαμερικανικής κοινότητας μετά την τουρκική εισβολή. Υπό την καθοδήγηση του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιακώβου, η πρωτοβουλία αυτή απέστειλε στην Κύπρο τον π. Spencer Kezios (νυν Επίσκοπο Αμάστριδος Σπυρίδωνα) και μια αφοσιωμένη ομάδα για να δημιουργήσουν μια ισχυρή ταινία και μια καθηλωτική λαογραφική παράσταση, η οποία στη συνέχεια περιόδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, συγκεντρώνοντας υποστήριξη και αναδεικνύοντας τη δεινή θέση των προσφύγων.
Μέσω των οργανωτικών προσπαθειών της Αρχιεπισκοπής, η ελληνοαμερικανική κοινότητα κατάφερε τελικά να πείσει το Κογκρέσο να επιβάλει εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων στην Τουρκία, παρά τη σθεναρή αντίσταση του Χένρι Κίσινγκερ. Αυτό το εξαιρετικό γεγονός παραμένει μια σπάνια απόδειξη της επιρροής μιας αμερικανικής εθνοτικής ομάδας στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.
Ένα συγκινητικό ντοκιμαντέρ που φωτίζει μια λιγότερο γνωστή σελίδα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: την τύχη των χιλιάδων Ελλήνων παιδιών που, στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και βρήκαν καταφύγιο στην Τσεχοσλοβακία.
Μέσα από προσωπικές μαρτυρίες και σπάνιο αρχειακό υλικό, η ταινία παρακολουθεί τις ζωές των παιδιών που έφτασαν στη μεταπολεμική Τσεχοσλοβακία ως πολιτικοί πρόσφυγες. Κάποια επέστρεψαν αργότερα στην Ελλάδα, ενώ πολλά άλλα δημιούργησαν εκεί μια νέα ζωή, θεωρώντας την Τσεχία δεύτερη πατρίδα τους μέχρι σήμερα.
Μετά τη λήξη του Β΄ ΠΠ, η Ελλάδα οδηγήθηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946–1949). Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού προκάλεσε τη μαζική έξοδο περίπου 100.000 πολιτικών προσφύγων προς τις χώρες του τότε σοσιαλιστικού μπλοκ. Περισσότεροι από 12.000 εγκαταστάθηκαν στην Τσεχοσλοβακία, ανάμεσά τους περίπου 4.000 παιδιά, τα οποία έφτασαν εξαντλημένα, υποσιτισμένα και βαθιά τραυματισμένα από τις εμπειρίες του πολέμου και τον βίαιο αποχωρισμό από τις οικογένειές τους.
Το ντοκιμαντέρ δεν αποτελεί μόνο μια ιστορική καταγραφή, αλλά κυρίως μια ανθρώπινη μαρτυρία για την απώλεια, την προσφυγιά, την αλληλεγγύη και τη δύναμη της ελπίδας. Παράλληλα, αναδεικνύει έναν σημαντικό δεσμό ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τσεχία, που γεννήθηκε μέσα από μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
Ο Γιώργος Αγαθονικιάδης είναι σκηνοθέτης, σεναριογράφος και συγγραφέας ελληνικής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1947 στην Ελλάδα και ανήκει στη γενιά των παιδιών που επηρεάστηκαν άμεσα από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Σε ηλικία μόλις 18 μηνών στάλθηκε στην τότε Τσεχοσλοβακία, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε σκηνοθεσία στην περίφημη κινηματογραφική σχολή FAMU της Πράγας, μία από τις σημαντικότερες σχολές κινηματογράφου στον κόσμο. Εκεί είχε την ευκαιρία να μαθητεύσει δίπλα σε σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο σκηνοθέτης Μίλος Φόρμαν και ο συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, ενώ συμμαθητής του υπήρξε ο διάσημος σκηνοθέτης Εμίρ Κουστουρίτσα. Στην Τσεχία εργάστηκε για περισσότερα από τριάντα χρόνια ως σκηνοθέτης στην τσεχική κρατική τηλεόραση, δημιουργώντας τηλεοπτικές παραγωγές, σειρές και ντοκιμαντέρ.
Το 1983 επαναπατρίστηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Από τότε έως το 2012 εργάστηκε στην ΕΡΤ ως επικεφαλής της δραματικής παραγωγής, ενώ παράλληλα διατήρησε στενούς καλλιτεχνικούς δεσμούς με την κινηματογραφική και θεατρική σκηνή της Τσεχίας. Το 2001 σκηνοθέτησε την ταινία μεγάλου μήκους «Φθινοπωρινή Επιστροφή», συμπαραγωγή της ελληνικής και της τσεχικής τηλεόρασης, η οποία γνώρισε ιδιαίτερα θετική ανταπόκριση κυρίως στην Τσεχία και προβλήθηκε σε διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου.
Μεταξύ των κινηματογραφικών του έργων συγκαταλέγονται επίσης οι ταινίες: «Αλέξανδρος» (1996), «Πικρό Χιόνι» (2009), «Ξένος» (2012), «Ο θείος μου ο Αρχιμήδης» (2018), ταινία που προβλήθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (και στην Αθήνα από το τσεχικό πολιτιστικό ινστιτούτο) και βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ AVANCA στην Πορτογαλία.
Παράλληλα έχει σκηνοθετήσει δεκάδες τηλεοπτικές σειρές, ταινίες και ντοκιμαντέρ. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα σημαντικό ντοκιμαντέρ για τον Νίκο Καζαντζάκη, το οποίο εστιάζει στα χρόνια που ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας έζησε στην Τσεχία (1929-1932) – χρηματοδοτήθηκε από την τσεχική τηλεόραση.
Ο Γιώργος Αγαθονικιάδης είναι επίσης συγγραφέας βιβλίων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα και έχει τιμηθεί επανειλημμένα από την Πρεσβεία της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Αθήνα για τη συμβολή του στην ανάπτυξη των ελληνο-τσεχικών πολιτιστικών σχέσεων. Με το έργο του γεφυρώνει πολιτιστικά την Ελλάδα και την Τσεχία, αξιοποιώντας τις προσωπικές του εμπειρίες από τη ζωή μεταξύ των δύο χωρών και από την ιστορία της ελληνικής διασποράς μετά τον εμφύλιο πόλεμο.









