Στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, η αξιοπιστία δεν προστατεύεται με σιωπή. Χρειάζεται συνέπεια στις αποφάσεις, καθαρές εξηγήσεις και αξιολόγηση που να σημαίνει κάτι.
Ένα πέναλτι μπορεί να αλλάξει έναν αγώνα. Ένα αντιαθλητικό φάουλ μπορεί να ανατρέψει τις ισορροπίες. Μια αποβολή μπορεί να ακυρώσει ολόκληρο αγωνιστικό σχεδιασμό. Όταν η διαιτητική απόφαση γίνεται καθοριστική, η απαίτηση για εξήγηση είναι απολύτως θεμιτή.
Η συζήτηση, όμως, συχνά εγκλωβίζεται σε δύο βολικές υπερβολές: είτε κάθε λάθος βαφτίζεται «σκάνδαλο» είτε κάθε κριτική αντιμετωπίζεται ως επίθεση στον θεσμό.
Ανάμεσα στην οπαδική καταγγελία και στη θεσμική σιωπή υπάρχει η δημοσιογραφία. Οφείλει να εξετάζει τη φάση, να ελέγχει τον κανονισμό και να απαιτεί απαντήσεις. Με την ίδια αυστηρότητα για όλους.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ίδια παράβαση αποκτά διαφορετική τιμή
Ο αθλητισμός δεν μπορεί να υποσχεθεί αγώνες χωρίς ανθρώπινο λάθος. Μπορεί, όμως, να απαιτεί σταθερά κριτήρια.
Στο ποδόσφαιρο, ο πήχης στην αξιολόγηση μιας επαφής, ενός μαρκαρίσματος ή μιας πειθαρχικής παράβασης πρέπει να παραμένει αναγνωρίσιμος. Στο μπάσκετ, η επιτρεπόμενη σωματική επαφή χρειάζεται συνέπεια από τη μία πλευρά του γηπέδου στην άλλη.
Οι φάσεις έχουν διαφορές και η προσεκτική εξέτασή τους είναι απαραίτητη. Αυτή η πολυπλοκότητα, ωστόσο, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μόνιμο καταφύγιο απέναντι σε κάθε ερώτημα.
Όταν αλλάζει το κριτήριο μέσα στον ίδιο αγώνα, οι ομάδες αδυνατούν να προσαρμοστούν και ο θεατής αδυνατεί να εμπιστευτεί.
Εκεί βρίσκεται η ουσία της κριτικής: στην προβλεψιμότητα της εφαρμογής των κανόνων. Ο αθλητής πρέπει να γνωρίζει τι επιτρέπεται. Ο προπονητής πρέπει να μπορεί να καθοδηγήσει την ομάδα του πάνω σε αυτό.
Η τεχνολογία χρειάζεται εξήγηση για να χτίσει εμπιστοσύνη
Η εικόνα προσφέρει δυνατότητες ελέγχου. Η δημόσια συζήτηση χρειάζεται, παράλληλα, να ξεκαθαρίζει τι εξετάζεται, ποιος κανονισμός εφαρμόζεται και ποια είναι τα όρια κάθε διαδικασίας.
Η απαίτηση «δείτε το βίντεο» δεν αρκεί ως επιχείρημα. Ούτε η επίκληση μιας εξέτασης αρκεί από μόνη της ως εξήγηση της τελικής απόφασης.
Το ζητούμενο είναι οι αρμόδιοι να παρουσιάζουν, με κατανοητό τρόπο, το σκεπτικό για επιλεγμένες κρίσιμες φάσεις, μέσα στο πλαίσιο κάθε διοργάνωσης.
Ποια επαφή αξιολογήθηκε; Ποιο στοιχείο ήταν καθοριστικό; Γιατί μια απόφαση κρίθηκε σωστή ή λανθασμένη;
Ο κανονισμός αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν εξηγείται δημόσια. Διαφορετικά, αφήνεται χώρος για αυθαίρετες ερμηνείες, επιλεκτικά στιγμιότυπα και εύκολες βεβαιότητες.
Η αξιολόγηση πρέπει να έχει περιεχόμενο
Η προστασία των διαιτητών από απειλές, εκφοβισμό και προσωπικές επιθέσεις είναι αυτονόητη υποχρέωση του αθλητισμού.
Εξίσου αυτονόητη πρέπει να είναι η αξιολόγηση της απόδοσής τους.
Η δημόσια διαπόμπευση δεν διορθώνει έναν διαιτητή. Η αδιαφάνεια, όμως, δεν βοηθά ούτε τον ίδιο ούτε τη διοργάνωση. Χρειάζεται ένα πλαίσιο που να συνδέει την απόδοση με επιμόρφωση, υποστήριξη και επόμενες αναθέσεις.
Οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να εξηγούν πώς λειτουργεί αυτό το πλαίσιο, ποια κριτήρια χρησιμοποιεί και πώς αντιμετωπίζει τις επαναλαμβανόμενες αδυναμίες.
Η διαιτησία διεκδικεί δικαιολογημένα σεβασμό. Μαζί με τον σεβασμό έρχεται και η ευθύνη που συνοδεύει την εξουσία της απόφασης.
Οι ομάδες δεν δικαιούνται κανονισμό στα μέτρα τους
Η απαίτηση για λογοδοσία χάνει το βάρος της όταν ενεργοποιείται μόνο μετά από μια ήττα.
Ένας σύλλογος που καταγγέλλει μια απόφαση όταν τον ζημιώνει οφείλει να διατηρεί την ίδια θέση όταν μια αντίστοιχη απόφαση τον ευνοεί. Διαφορετικά, η συζήτηση υπηρετεί τη συγκυρία και όχι την ισονομία.
Το ίδιο ισχύει για τη δημοσιογραφία. Η σοβαρότητα ενός λάθους κρίνεται από τη φάση, τον κανονισμό και την επίδρασή του στον αγώνα. Τα χρώματα της φανέλας δεν αποτελούν κριτήριο αξιολόγησης.
Ούτε κάθε ήττα εξηγείται από τη διαιτησία ούτε κάθε νίκη διαγράφει όσα συνέβησαν.
Οι αγωνιστικές ευθύνες προπονητών και παικτών παραμένουν. Η εξέτασή τους μπορεί και πρέπει να συνυπάρχει με την εξέταση των διαιτητικών αποφάσεων.
Η αιχμηρή κριτική χρειάζεται αποδείξεις
Υπάρχει σαφής απόσταση ανάμεσα στη διαπίστωση ενός λανθασμένου σφυρίγματος και στην καταγγελία πρόθεσης.
Η δεύτερη απαιτεί τεκμήρια. Η ένταση της φωνής, η αγανάκτηση και η επανάληψη μιας υποψίας δεν τα υποκαθιστούν.
Ένα δημοσιογραφικό κείμενο οφείλει να περιγράφει συγκεκριμένα: ποια ήταν η απόφαση, τι προβλέπει ο κανονισμός, ποια στοιχεία προκύπτουν από το διαθέσιμο υλικό και πού παραμένει αμφιβολία.
Αυτό κάνει την κριτική πιο ισχυρή. Την υποχρεώνει να αντέχει στον έλεγχο που απαιτεί και από τους άλλους.
Το κύρος χτίζεται όταν οι δύσκολες ερωτήσεις απαντώνται
Ποδόσφαιρο και μπάσκετ χρειάζονται διαιτητές με προσωπικότητα, γνώση και ψυχραιμία. Χρειάζονται επίσης θεσμούς που αναλαμβάνουν την ευθύνη να εξηγούν, να αξιολογούν και να διορθώνουν.
Η παραδοχή ενός λάθους μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία. Δείχνει ότι υπάρχει μηχανισμός ελέγχου και διάθεση βελτίωσης. Η μόνιμη αποφυγή της συζήτησης αφήνει το πρόβλημα να μεγαλώνει.
Το κύρος της διαιτησίας πρέπει να αντέχει στις ερωτήσεις. Και η κριτική προς τη διαιτησία πρέπει να αντέχει στις αποδείξεις.
Από εκεί αρχίζει μια σοβαρή συζήτηση για την ισονομία. Όλα τα υπόλοιπα κινδυνεύουν να γίνουν ακόμη ένας θόρυβος μέχρι το επόμενο αμφισβητούμενο σφύριγμα.






