Ο προπονητής του Αστέρα Αλιβερίου Αγγέλου ανοίγει τα χαρτιά του για το εγχείρημα στη National League 1. Μιλά για τους νεαρούς παίκτες, τους τραυματισμούς, τη διαχείριση των αποδυτηρίων και όσα έμαθε από τον Ντούσαν Ίβκοβιτς. Πάνω απ’ όλα, εξηγεί γιατί το μεγαλύτερο στοίχημα της ομάδας βρίσκεται έξω από τις τέσσερις γραμμές.

Ο Βαγγέλης Αγγέλου δεν βρίσκεται στο Αλιβέρι για να βάλει απλώς το όνομά του δίπλα σε μια φιλόδοξη προσπάθεια. Βρίσκεται για να δοκιμάσει αν όσα έμαθε σε δεκαετίες μέσα στο μπάσκετ μπορούν να ριζώσουν σε μια μικρή πόλη και να ανοίξουν δρόμο για τα παιδιά της.

Ο Αστέρας μπαίνει στη National League 1 με υψηλότερες απαιτήσεις, έναν κορμό που συνδέεται με την περιοχή και έναν προπονητή που αρνείται να υποσχεθεί θέσεις και ανόδους. Στην εκτενή συνέντευξή του, ο Αγγέλου μιλά για ανταγωνιστικότητα, καθημερινή οργάνωση και αντοχή στα λάθη. Επιστρέφει, όμως, διαρκώς στην ίδια σκέψη: τι θα έχει μείνει στο Αλιβέρι όταν τελειώσει η σεζόν;

Πριν μιλήσουμε για τον Αστέρα Αλιβερίου και το επόμενο στοίχημά του, γυρίσαμε με τον Βαγγέλη Αγγέλου στην αρχή της διαδρομής. Στο παιδί που γνώρισε το μπάσκετ το 1974 και στον άνθρωπο που, μισό αιώνα αργότερα, λέει πως θα το διάλεγε ξανά «εκατό-μηδέν».

Στο πρώτο μέρος της συνέντευξής του στο expressevia.com, ο έμπειρος προπονητής μιλά για τις συνεργασίες που τον διαμόρφωσαν, τα μαθήματα του Ντούσαν Ίβκοβιτς, την πίεση των πάγκων και τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο γήπεδο και την οικογένεια. Μια συζήτηση για την «καψούρα» του μπάσκετ, αλλά και για το τίμημα που μπορεί να έχει όταν κάθε νίκη και κάθε ήττα σε ακολουθεί στο σπίτι.

«Εκατό – μηδέν θα το διάλεγα ξανά»

Η πρώτη του απάντηση δεν χρειάζεται περιστροφές. Αν η ζωή του ξεκινούσε από την αρχή, θα διάλεγε ξανά το μπάσκετ.

«Είναι εθισμός. Είναι καψούρα. Είναι αυτό. Το γνώρισα όπως γνωρίζεις, όπως μου λες εσύ. Στο γυμνάσιο όταν πήγα κάποια στιγμή έπαιζα ποδόσφαιρο και στο γυμνάσιο είδα κάποια παιδιά να παίζουμε. 1974, δώδεκα χρονών. Πήγα στο γυμνάσιο και από εκεί ξεκίνησε μια διαδρομή. Το 1974. Πιστεύω θα το ξαναέκανα. Δηλαδή εξαρτάται από τα ερείσματα που έχει ο καθένας. Από τα ερεθίσματα μάλλον.»

Η βεβαιότητά του για την επιλογή δεν σημαίνει ότι βλέπει το παρελθόν χωρίς αυτοκριτική. Έχοντας περάσει χρόνια σε πάγκους όπου κάθε αποτέλεσμα μεγάλωνε την πίεση, αναγνωρίζει ότι πολλές φορές μετέφερε τη νίκη και την ήττα από το γήπεδο στο σπίτι.

Αν άλλαζε κάτι, θα αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του. Θα προσπαθούσε, όπως εξηγεί, να μην είναι «ο προπονητής του γηπέδου» και στον ρόλο του συζύγου, του πατέρα ή του φίλου. Είναι μια παραδοχή που δίνει άλλο βάθος στην εικόνα ενός ανθρώπου ταυτισμένου με την ένταση του αγώνα.

«Δεν θα έκανα κομμάτι της ζωής μου στον αθλητισμό. Είναι από τα μεγαλύτερα λάθη. Εγώ πιστεύω ότι η ζωή είναι σαν το μπάσκετ. Δηλαδή το μπάσκετ έχει ένα χαρακτηριστικό: έχει νίκη, ήττα, έχει και ισοπαλία. Οπότε από το μπάσκετ όταν φεύγεις το κόκκινο φύλλο είναι της νίκης, το κίτρινο φύλλο είναι της ήττας. Οπότε όταν φεύγεις από ένα γήπεδο έχεις ακραία συναισθήματα. Αν αυτό το κάνεις κομμάτι της ζωής σου, είσαι πολύ μη συμβατός κοινωνικά. Δηλαδή για εμένα, θα έλεγα, με ανέχτηκαν πάρα πολύ και οι φίλοι μου και η οικογένειά μου, γιατί ήμουν ότι ήταν το αποτέλεσμα του παιχνιδιού που έπαιζα. Σε αυτό λοιπόν βοηθήθηκα όταν γνώρισα στον Άγιο Όρος το Θεό και μου είπε ένας γέροντας, καλή του ώρα, ότι μου είπε, ότι, «…εσύ έχεις ένα ελάττωμα. Είσαι αυστηρός με τους άλλους και επιεικής με τον εαυτό σου». Εε αυτό λοιπόν, το καλλιέργησα στον αθλητισμό και νομίζω ότι αυτό που δεν θα έκανα -θα αφιέρωνα περισσότερο χρόνο στην οικογένειά μου- και δεν θα ήμουν ο προπονητής του γηπέδου σαν σύζυγος, σαν πατέρας, σαν γιος, σαν φίλος και τα λοιπά.»

Ίβκοβιτς: Η απλότητα και οι «γέφυρες»

Ένα μεγάλο κεφάλαιο της συνέντευξης είναι ο Ντούσαν Ίβκοβιτς. Ο Αγγέλου περιγράφει τη μακρόχρονη σχέση τους και στέκεται σε όσα κράτησε από τη συνεργασία τους στη Δυναμό Μόσχας, στον Ολυμπιακό και στην Εφές.

Το σημαντικότερο μάθημα, όπως το διατυπώνει, ήταν η δύναμη της απλότητας. Ο Ίβκοβιτς πίστευε στη μεθοδικότητα και στην εργατικότητα, όχι στα τεχνάσματα που εντυπωσιάζουν στιγμιαία.

Κρατά ακόμη μία φράση του: «Ο προπονητής πρέπει να χτίζει γέφυρες». Για τον Αγγέλου, αυτό σημαίνει ότι ο προπονητής πρέπει να δημιουργεί πραγματική διαδρομή για τους νεαρούς παίκτες. Να τους δίνει ευκαιρίες μέσα σε απαιτητικά σύνολα, δίπλα σε πιο έμπειρους αθλητές.

Θυμάται και μια δεύτερη αρχή του Ίβκοβιτς: να τολμάς κάτι που οι άλλοι δεν πιστεύουν πως μπορεί να γίνει. Στο Αλιβέρι, αυτή η σκέψη αποκτά πρακτική σημασία. Η ομάδα καλείται να αποδείξει τι μπορεί να πετύχει με παίκτες και ανθρώπους στους οποίους ίσως άλλοι δεν θα έδιναν την ίδια ευκαιρία.

«Καταρχάς η σχέση μου με τον συγκεκριμένο άνθρωπο είναι από όταν έπαιζα στον Πανιώνιο το 1990. Τον είχα προπονητή. Με απέρριψε από την ομάδα που ήμουν τότε, γιατί ήμουν μεγάλος. Ήταν στα τελειώματα της καριέρας μου. Δηλαδή έπαιξα τέσσερις μήνες μπάσκετ. Τον γνώρισα στην ηλικία των τριάντα ετών. Μετά τον ξαναβρήκα όταν ήμουν στη Χαλκίδα μέσω του γιου του, περίπου το 2000. Ήρθαμε σε επαφή το 2005 όταν πήγα στη Ρωσία, στη Δυναμό Μόσχας, όπου εκεί πήραμε το ULEB Cup. Ήμασταν στον τελικό του Σαραγόσα με τον Άρη. Πρώτη συνεργασία ήταν εκεί 2005-2007. Μετά η επόμενη συνεργασία ήταν το 2010-2012 στον Ολυμπιακό, εκεί που αναφέρεστε. Και μετά η άλλη συνεργασία ήταν δεκατέσσερα δεκαεφτά στην Εφές. Ηταν για μένα πολύ μεγάλη τύχη να τον γνωρίσω και το μεγαλύτερο μάθημα είναι αυτό που λέει ένα στίχος του τραγουδιού: «Στα υπόγεια είναι η θέα.» Υπόγεια είναι η απλότητα. Εκεί στην απλότητα κρύβεται όλο το μυστικό. Δεν πίστευε στα τρικ. Πίστευε στη μεθοδικότητα και στο ταλέντο της εργατικότητας. Ηταν για μένα μεγάλο σχολείο και μου έκανε τιμή. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα να είμαι και το κομμάτι που ζούσα και την οικογένειά του από μέσα, οπότε έβλεπα τα αδιέξοδα μιας καριέρας επαγγελματικής και τη φθορά που είχε η οικογένεια. Και αυτό με βοήθησε πάρα πολύ ώστε αργότερα, κάνοντας τα ίδια λάθη να έχω λύσεις για προβλήματα που αντιμετώπισα και στην δική μου οικογένεια.»

«Έλεγε πρώτον, ότι ο προπονητής πρέπει να χτίζει γέφυρες, κάτι που το ακολουθώ. Προσπαθώ να το ακολουθώ τώρα. Δηλαδή τι σημαίνει; Ότι πάντα ο προπονητής πρέπει να ενώνει δύο πράγματα μέσα από το παιχνίδι. Δηλαδή να χτίζει γέφυρες. Και γέφυρες τι σημαίνει; Ήταν νομίζω ο μοναδικός προπονητής στην Ευρώπη που έβαζε στο επαγγελματικό μπάσκετ νεαρούς παίκτες. Αυτό σημαίνει χτίζω γέφυρες. Δηλαδή δε στηρίζομαι μόνο σε βετεράνους, στους ανθρώπους που έχουν κάνει καριέρα, αλλά εκεί ένα σαράντα τοις εκατό των ρόστερ του, τριάντα ένα σαράντα τοις εκατό, ήταν νέοι παίκτες. Και το δεύτερο πράγμα έλεγε ότι … «όταν δουλεύεις σε αυτό το άθλημα είναι καλό να κάνεις κάτι που δεν πιστεύουν οι άλλοι.» Δηλαδή να κάνεις κάτι που οι άλλοι δεν πιστεύουν… το αδύνατον των άλλων εσύ να το κάνεις στόχο σου ώστε να εξελιχθείς μέσα από αυτό. Και το τρίτο που έλεγε… «Να σου αξιολογήσω τι είναι, να είσαι αυστηρός σε μια ομάδα…να είσαι με τα αστέρια και με τις βεντέτες. Να μην επιτίθεσαι ποτέ στους παίκτες που έχουν λιγότερο χρόνο συμμετοχής για να κάνεις επίδειξη. Θα τα βάζεις κατευθείαν με τους σταρ»

«Μια ομάδα έχει το ρόστερ της. Το μπάσκετ έχει τουλάχιστον τρεις κατηγορίες παικτών. Είναι οι βασικότατοι που πρέπει να είναι δύο με τρεις. Είναι οι βασικοί, αυτοί που στηρίζουν τους σταρ, δηλαδή που είναι , το στήριγμά τους, η βάση τους, ο κολόνας και είναι και οι αναπληρωματικοί. Ε, όσο περνάει αυτή η ομάδα, επειδή οι σταρ ποτέ δεν μπορούν να μείνουν. Για να είναι σταρ σε μια ομάδα, κάνουν έναν κύκλο σε όλες τις ομάδες στην Ευρώπη. Γίνεται transition, η μετάβαση δηλαδή βασικοί γίνονται σταρ και αναπληρωματικοί βασικοί και μπαίνουν οι καινούργιοι από πίσω σαν αναπληρωματικοί.»

Πώς κερδίζονται τα αποδυτήρια

Στο ερώτημα για τη διαχείριση μιας ομάδας, ο Αγγέλου δεν αρχίζει από τα συστήματα. Αρχίζει από τον χαρακτήρα.

Για να κερδίσει ένας προπονητής τα αποδυτήρια, λέει, πρέπει να έχει κριτήρια, προσωπικότητα και να είναι αληθινός. Πρέπει επίσης να προσαρμόζεται στους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύει και να διαμορφώνει έναν τρόπο προπόνησης στον οποίο οι παίκτες μπορούν να πιστέψουν.

Η σκέψη του συνδέεται με όσα λέει για τη φθορά στον επαγγελματικό αθλητισμό. Οι σχέσεις δοκιμάζονται με τον χρόνο, ενώ το αποτέλεσμα πιέζει τους πάντες να ζητούν άμεσες απαντήσεις. Εκείνος θεωρεί το λάθος αναπόσπαστο μέρος της εξέλιξης, αναγνωρίζει όμως ότι σε ένα περιβάλλον όπου διακυβεύονται χρήματα, η υπομονή συχνά εξαντλείται γρήγορα.

Είναι μια θέση που εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο μιλά για τον Αστέρα: ζητά ανταγωνιστικότητα, χωρίς να προσποιείται ότι μια νέα ομάδα μπορεί να μεγαλώσει χωρίς αστοχίες.

«Είναι πάρα πολύ απλό. Καταρχάς, για να κερδίσεις τα αποδυτήρια, για να κερδίσεις κάτι οπουδήποτε σε ένα σύνολο ανθρώπων, πρέπει πρώτον να έχεις κριτήρια. Και για να έχεις κριτήρια πρέπει να έχεις προσωπικότητα. Είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Και δεύτερον να είσαι αληθινός. Και σε αυτό θα σου πω κάτι που είναι καλό να το γράψεις. Το 1999 γνώρισα έναν από τους καλύτερους προπονητές του κόσμου, τον Ντόνετς στο Βελιγράδι. Και όταν τον ρώτησα πες μου δύο τρία μότο σαν προπονητής, μου είπε το εξής: Το πρώτο είναι match up performance. Να προσαρμόζεσαι στην κατάσταση. Και το δεύτερο είναι ότι με τους παίκτες που συνεργάζεσαι να κοιτάξεις ο τρόπος παιχνιδιού και προπόνησης να τους αρέσει. Γιατί αν δεν τους αρέσει, θα σου φύγουν προτού φύγεις. Οπότε λοιπόν, αν βάλουμε αυτά τα πράγματα σε τρεις βαθμίδες. Πρώτον, να έχεις προσωπικότητα, να είσαι αληθινός και κριτήρια. Το δεύτερο, να είσαι προσαρμοστικός με τους ανθρώπους που δουλεύεις. Και το τρίτο είναι το πρόγραμμα που χαράζεις να τους αρέσει. Γιατί αν δεν τους αρέσει, δεν περνάνε καλά, οπότε θα διαλυθεί το σύνολο που οδήγησες.»

Η βραδιά που κρίνει έναν προπονητή και η δουλειά που δεν φαίνεται

Στο μπάσκετ, μια κακή βραδιά μπορεί να επισκιάσει μήνες δουλειάς. Μια ήττα, μια αλλαγή που δεν απέδωσε ή μια απόφαση στα τελευταία δευτερόλεπτα αρκούν για να μπει ο προπονητής στο στόχαστρο, ακόμη κι αν η συνολική πορεία της ομάδας λέει κάτι διαφορετικό.

Ο Βαγγέλης Αγγέλου γνωρίζει αυτή την πίεση. Δεν ζητά να εξαιρεθεί ο προπονητής από την κριτική. Επισημαίνει, όμως, ότι καμία ομάδα δεν εξελίσσεται χωρίς λάθη. «Αν δεν κάνεις λάθος, δεν μπορείς να κάνεις το σωστό», λέει, περιγράφοντας την αντίφαση του επαγγελματικού αθλητισμού: ο προπονητής χρειάζεται χρόνο για να διορθώσει και να χτίσει, αλλά το αποτέλεσμα απαιτείται αμέσως.

Όσο περνά ο καιρός, δοκιμάζονται και οι σχέσεις μέσα σε μια ομάδα. Παίκτες, διοίκηση και προπονητής καλούνται να διαχειριστούν την πίεση, τις προσδοκίες και τις απογοητεύσεις. Όταν η υπομονή εξαντλείται, μια βραδιά μπορεί να γίνει η αφορμή για μια απόφαση που έχει βαθύτερες αιτίες.

Αυτή είναι και η πρόκληση που αναγνωρίζει στον Αστέρα Αλιβερίου. Η ομάδα πρέπει να κυνηγήσει κάθε αποτέλεσμα στη National League 1, αλλά και να αντέξει τις βραδιές όπου η προσπάθεια δεν θα ανταμειφθεί. Για τον Αγγέλου, η απάντηση βρίσκεται στην καθημερινή δουλειά και στην ικανότητα του συνόλου να μαθαίνει από την ήττα χωρίς να χάνει την πίστη του.

«Αυτό είναι πάρα πολύ φυσιολογικό. Στον επαγγελματικό αθλητισμό υπάρχει ένας κανόνας ότι η μάξιμουμ ζωή ενός επαγγελματία προπονητή είναι δύο με τρία χρόνια. Γιατί μετά αρχίζει και φθείρονται οι σχέσεις. Το δεύτερο είναι ότι δεν υπάρχει κανένα σύνολο και καμία δουλειά που να μη στηρίζεται στο λάθος. Δηλαδή το λάθος είναι το νερό στο κρασί του σωστού. Αν δεν κάνεις λάθος, δεν μπορείς να κάνεις το σωστό. Όταν όμως μιλάμε για επαγγελματικό αθλητισμό ή γενικά για αθλητισμό που έχει σχέση με χρήμα, το χρήμα δε συγχωρεί το λάθος. Άρα λοιπόν, υπάρχουν δύο αντίθετα. Από τη μία φθείρομαι όσο συνεργάζομαι και είναι πάρα πολύ δύσκολο να έχουμε εκατό τοις εκατό χημεία και από την άλλη προσπαθώ να αγοράσω χρόνο για να κάνω λάθος, να κάνω το σωστό. Ε, και εκεί αν πέσει σε κάποιους παράγοντες που δεν έχουν την ίδια εμπειρία, την ίδια υπομονή, κάτι συμβαίνει, χαλάνε οι σχέσεις. Αυτός είναι ο κανόνας της επαγγελματικής ζωής. Δηλαδή είναι ενενήντα πέντε τοις εκατό φθορά. Οπότε μέσα από αυτή τη φθορά ωριμάζεις και εσύ και γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος.»

Η Εθνική, οι νέοι παίκτες και το ελληνικό μπάσκετ

Η συζήτηση φτάνει και στην Εθνική ομάδα, με αφορμή τον Βασίλη Σπανούλη και τη θέση των νέων Ελλήνων παικτών. Ο Αγγέλου εκτιμά ότι ένας ταλαντούχος αθλητής μπορεί να βρει δρόμο προς τα πάνω ακόμη κι αν αγωνίζεται σε χαμηλότερη κατηγορία. Προϋπόθεση είναι να υπάρχει η «γέφυρα» που θα συνδέσει την αρχική του προσπάθεια με το επόμενο επίπεδο.

Βλέπει, παράλληλα, ένα μπάσκετ που έχει αλλάξει μαζί με την κοινωνία. Οι συνθέσεις των ομάδων είναι διαφορετικές, οι οικονομικές απαιτήσεις μεγαλώνουν και η απόσταση ανάμεσα στο θέαμα κορυφής και στην ανάπτυξη των νέων παικτών τον προβληματίζει.

Δεν αρνείται ότι οι μεγάλες επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν ένα ελκυστικό πρωτάθλημα. Επιμένει, όμως, ότι το ακριβό προϊόν του πρωταθλητισμού δεν πρέπει να εξαντλεί την έννοια του αθλητισμού. Για τον ίδιο, το μπάσκετ έχει αξία και επειδή δίνει χαρά, δημιουργεί σχέσεις και βοηθά ανθρώπους με διαφορετικές αφετηρίες να συναντηθούν.

«Δεν αλλάζει το ελληνικό μπάσκετ, αλλάζει ο κόσμος. Δηλαδή ο κόσμος, το μπάσκετ προσαρμόζεται στην ταχύτητα την κοινωνική. Αυτή τη στιγμή ζούμε ένα άλλο κοκομπλόκο παγκόσμιο, όπου ο κόσμος δεν ξέρει τι θα κάνει. Ζούμε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, είμαστε ένα μείγμα από διαφορετικές εθνότητες, από ανθρώπους με διαφορετική κουλτούρα. Στην πρωτεύουσά μας ας πούμε και στη δεύτερη πόλη της Ελλάδος ζουν περίπου στα δέκα εκατομμύρια άνθρωποι. Τα οχτώ εκατομμύρια. δεν υπάρχει επαρχία, δεν υπάρχει οι μικρές πόλεις δεν έχουν χρώμα. Στις μικρές πόλεις τώρα το βλέπω και που δουλεύω εγώ στο Αλιβέρι, το εργατικό δυναμικό δεν είναι ελληνικής εθνικότητας. Αρα λοιπόν το μπάσκετ καλείται να προσαρμοστεί και να δώσει χαρά σε αυτό το μπερδεμένο πράγμα αυτή τη στιγμή [δυσνόητο] που δεν έχει κανόνες. Υπήρχε μια χρυσή γενιά, αλλά με τελείως διαφορετικούς κανόνες. Τότε δεν είχαμε ξένους παίκτες. Είχαμε έναν ξένο παίκτη. Τώρα είναι όλοι ξένοι και έχουμε έναν Έλληνα ή δύο. Με αυτή την– έχουμε ελληνοποιήσεις, έχουμε τους γηγενείς της δεύτερης γενιάς διαφορετικού θρησκεύματος, διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας, διαφορετική πάρα πάρα πολλά, όλα διαφορετικά είναι. Σε αυτή το κοινωνικό κοκομπλόκο που ζούμε, ο αθλητισμός είναι το μοναδικό φάρμακο. Γιατί; Κάνει δύο πράγματα που δεν θα κάνει κανένας πολιτικός και ποτέ το χρήμα. Δίνει χαρά και συνθέτει αντιθέσεις.»

Οι μεγάλες ελληνικές ομάδες και το ερώτημα πίσω από τις επενδύσεις

Ο Βαγγέλης Αγγέλου βλέπει ένα πιο ενδιαφέρον πρωτάθλημα, με ισχυρούς συλλόγους και σημαντικές επενδύσεις. Η οικονομική δύναμη του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, αλλά και η κινητικότητα σε άλλες ομάδες, ανεβάζουν το επίπεδο και προσφέρουν θέαμα. Για τον ίδιο, όμως, η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει στο πόσους καλούς παίκτες μπορεί να αποκτήσει κάθε σύλλογος.

«Παίρνω τους καλύτερους που μπορώ να πάρω και φτιάχνω ένα προϊόν», λέει, περιγράφοντας τη λογική του πρωταθλητισμού. Αναγνωρίζει την απήχησή της, αλλά θέτει ένα πιο δύσκολο ερώτημα: τι αφήνουν αυτές οι επενδύσεις στο ελληνικό μπάσκετ;

Η επιθυμία του είναι σαφής. Δίπλα στους ποιοτικούς παίκτες που έρχονται από το εξωτερικό, να βρουν πραγματικό χώρο και οι νέοι Έλληνες αθλητές. Να μπορούν να προπονούνται, να συμμετέχουν και να εξελίσσονται σε ομάδες υψηλών απαιτήσεων.

«Θα δούμε ένα πολύ ενδιαφέρον πρωτάθλημα, φέτος καλύτερο από πέρυσι», εκτιμά. Αμέσως, όμως, προσθέτει την ευχή του… «κοντά στις μεγάλες επενδύσεις να γαλουχήσουμε και Έλληνες παίκτες».

Αυτή είναι η ουσία της θέσης του. Οι μεγάλες ελληνικές ομάδες έχουν τη δύναμη να ανεβάσουν το επίπεδο της διοργάνωσης. Το βαθύτερο κέρδος θα έρθει αν η λάμψη του πρωταθλητισμού ανοίξει και μια σταθερή διαδρομή για την επόμενη γενιά.

«Κοίταξε, αυτό είναι ένα παράδοξο που καλό είναι να μην το πιάνει κάποιος. Αυτό είναι ένα show. Είναι ένα κομμάτι business που νομίζω χρησιμοποιείται ώστε ο κόσμος να ασχολείται για να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο του καθημερινού. Δηλαδή, πρόσχετε τα αντίθετα που σου λέω ότι σου δίνει ο αθλητισμός. Η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από ακρίβεια και προβλήματα. Σωστά? Ο κόσμος βγαίνει στην καθημερινότητά του. Σωστά? Και έχουμε τον αθλητισμό που επενδύει δεκάδες εκατομμύρια. Δηλαδή πώς γίνεται να επενδύουμε δεκάδες εκατομμύρια σε ένα λαό που υποφέρει; Τι σημαίνει; Θέλουμε να του δώσουμε κάτι να ασχολείται για να μη μείνει στα προβλήματά του. Αυτή τη στιγμή, αυτές οι ομάδες που λες με επενδυτές που μπήκαν πρόσφατα στον ΠΑΟΚ και στον Άρη ή στην ΑΕΚ που υπάρχουν και στον Ολυμπιακό και στον Παναθηναϊκό που υπήρχαν και στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ. Έχουν φτιαχτεί κάποιες ομάδες στο μπάσκετ που δεν έχουν ελληνικά προϊόντα. Δηλαδή αυτό είναι αγορασμένο, show. Παίρνω τους καλύτερους και τους καλύτερους που μπορώ να πάρω και φτιάχνω ένα προϊόν για να μπορέσει ο καθένας από εμένα να συγκεντρώσει τη μάζα του την οπαδική, ώστε να υποστηρίξει… φτιάχνεται ένα προϊόν. Αυτό το προϊόν δεν έχει σχέση με την καθαρή αξία του αθλητισμού. Είναι προϊόν πρωταθλητισμού. Άρα λοιπόν ναι, θα δούμε ένα πολύ ενδιαφέρον πρωτάθλημα. Φέτος καλύτερο από πέρυσι. Εύχομαι να μπορεί αυτό το πρωτάθλημα, αυτό που είπες, να μπορέσει να βγάλει νέα παιδιά και κοντά σε αυτές τις επενδύσεις πολύ καλών παικτών να γαλουχήσουμε και Έλληνες παίκτες.»

«Το μπάσκετ παράγει όνειρα για το γενικό αδιέξοδο των ανθρώπων αυτή τη στιγμή, όπως και ο αθλητισμός. Την καθημερινότητα δηλαδή είναι πολύ πιο εύκολο από το να λες δεν ξέρω τι θα κάνω αύριο στο παιδί μου, να λες ότι η διαιτησία ήταν κακή και ήταν πέναλτι αυτό και να είναι το 60% του χρόνου μου ο αθλητισμός. Είναι…δίνει, κι αυτό μια παρηγοριά. Το καταλαβαίνω.»

Η διαδρομή του Βαγγέλη Αγγέλου δεν χωρά μόνο σε ομάδες, τίτλους και αποτελέσματα. Από τις μεγάλες συνεργασίες και τα απαιτητικά αποδυτήρια μέχρι τη σημερινή του παρουσία στο Αλιβέρι, κουβαλά τις επιτυχίες, τα λάθη και τα μαθήματα μιας ζωής στο μπάσκετ. Θα διάλεγε ξανά τον ίδιο δρόμο, όπως λέει ο ίδιος, «εκατό-μηδέν». Αυτή τη φορά, όμως, θέλει η εμπειρία του να γίνει γέφυρα για όσους έρχονται πίσω του.

IMG_0572

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *